ΤΥΠΟΣ

Με τον Εγγονόπουλο στην Ανδρο

Εκατόν δέκα ζωγραφικά έργα και δεκαπέντε ποιήματα αναδεικνύουν το έργο ενός από τους σημαντικότερους έλληνες εκφραστές του υπερρεαλισμού

Αν είστε λάτρεις του δεν το συζητάμε, θα ενθουσιαστείτε και θα συγκινηθείτε, όμως ακόμη κι αν δεν αγαπάτε τον Νίκο Εγγονόπουλο, αν βρίσκετε τη ζωγραφική του μονότονη και υπερβολικά επηρεασμένη από τις ιδέες του Τζόρτζιο ντε Κίρικο ή αν θεωρείτε την ποίησή του ακαταλαβίστικη αξίζει να επισκεφθείτε την Ανδρο για να δείτε την έκθεση «Με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων». Οχι μόνο διότι μπορεί να αντικρούσει ή να επιβεβαιώσει τις απόψεις σας (και ο διαπραγματευτικός διάλογος σε αυτά τα θέματα είναι πάντα χρήσιμος) αλλά γιατί -χάρη, κυρίως, στον σχεδιασμό του εικαστικού Ανδρέα Γεωργιάδη- το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή προσφέρει εφέτος ένα πλήρες, εντυπωσιακό ταξίδι μύησης στο πολύπλευρο έργο του Εγγονόπουλου, ενθαρρύνοντας τον διάλογο με τις ιδιαιτερότητες, τις εμμονές και τις ευαισθησίες του.

Εκατόν δέκα ζωγραφικά έργα και 15 επιλεγμένα ποιήματα υπογραμμίζουν τα στοιχεία που τον ανέδειξαν σε κυρίαρχο πρωτοπόρο του ελληνικού υπερρεαλιστικού κινήματος. Η ξενάγηση αρχίζει σε μαύρο φόντο. Μια φωτογραφία από το ατελιέ του στην οποία φαίνεται, ελαφρώς κομμένη, μια αυτοπροσωπογραφία του 1935 είναι αναρτημένη δίπλα σε ένα καβαλέτο με το ίδιο το έργο (inception!) και συνομιλούν πλαγίως με «Το πνεύμα της μοναξιάς», έναν αρκετά γνωστό πίνακα του 1939, με πολλά από τα σύμβολα που απασχόλησαν στη συνέχεια τον καλλιτέχνη αποτυπωμένα στον καμβά.

Στον τοίχο είναι γραμμένη η φράση του ζωγράφου και ποιητή: «Το έργο τέχνης είναι μια σιγοψιθυριστή εξομολόγηση προς ανθρώπους ευγενικούς». Τη διαβάζεις και δεν γίνεται να μη σκεφθείς τις λοιδορίες, τους χλευασμούς και τις απορρίψεις που συνάντησε στο ξεκίνημά του ο Εγγονόπουλος, γοητευμένος από τον σουρεαλισμό, ένα κίνημα που δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικό αλλά και κάτι παραπάνω: μια στάση ανατροπής της ζωής και της τέχνης. […]

Γιώργος Νάστος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 02/07/2017

 

 

 

Η πορεία μιας εποχής και ενός καλλιτέχνη

Να, ένα ωραίο μάθημα Ιστορίας, σκέφτηκα μέσα μου. Η έκθεση με 110 έργα του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) που μόλις εγκαινιάστηκε στην Ανδρο, πλαισιωμένη με μερικά από τα εμβληματικά του ποιήματα, μυεί τον επισκέπτη σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια: αυτή των καλλιτεχνών που είχαν εξαιρετική παιδεία, πατριωτική συνείδηση, περιέργεια. Ο ποιητής, ζωγράφος, σκηνογράφος και καθηγητής στο Πολυτεχνείο ήταν μέλος αυτής της καθοριστικής γενιάς του ’30 που κατάφερε να κουβαλήσει την Ελλάδα στην πλάτη της, μερικά βήματα παρακάτω. Και οι πίνακές του είναι γεμάτοι από συμβολισμούς, αγίους, θεούς, ημίθεους, ήρωες, μνημεία, σαν παλίμψηστα γνώσης, μονοπάτια μέσα από τα οποία ξαναδιαβάζει κάποιος τη μυθολογία, ανακαλύπτει προσωπικότητες της φιλοσοφίας και του απελευθερωτικού αγώνα, ανατρέχει στο μανιφέστο του σουρεαλισμού.

Το αριστοτεχνικά στημένο αφιέρωμα του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή χωρίζεται σε πολλές σπονδυλωτές ενότητες, φιλοδοξώντας να καλύψει ολόκληρη την πορεία του καλλιτέχνη που διήρκεσε αρκετές δεκαετίες. Το ζευγάρωμα που έχει γίνει στην Ανδρο ανάμεσα στην τέχνη του χρωστήρα και την ποίησή του επίσης λειτουργεί διαφωτιστικά ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει πώς εργαζόταν παράλληλα στα πεδία των στίχων και των χρωμάτων. Κάτι ακόμη: η υποδοχή από τους κριτικούς και από το κοινό των πρώτων έργων και ποιημάτων του στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ήταν το λιγότερο αποκαρδιωτική, καθώς σχεδόν τον κατηγόρησαν ως παράφρονα. Ομως εκείνος, αν και τραυματίστηκε βαθιά, συνέχισε ακάθεκτος.

Ο Εγγονόπουλος είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και μάλιστα σε μια αυτοπροσωπογραφία του βάζει δίπλα στο όνομά του το επίθετο Φαναριώτης. Η δίοδος μέσα από την οποία ανακάλυψε την τέχνη του Βυζαντίου ήταν η μαθητεία του στη Σχολή Καλών Τεχνών, πλάι στον Κόντογλου και τον Παρθένη.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ενότητες στην έκθεση είναι τα βυζαντινότροπα έργα του με τη χρήση της αυγοτέμπερας, αλλά και την τοποθέτηση των σκούρων τόνων πριν από τους ανοικτούς, μέθοδο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί για να δείχνουν πως το φως βγαίνει από μέσα και όχι από κάποια εξωτερική πηγή. Ακόμη και όταν απομακρύνθηκε από τη γοητεία της ιστορικής αυτής περιόδου, ακολούθησε την ίδια τεχνική για να φτιάχνει τα έργα του.

Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και οι υπόλοιπες ενότητες, ιδιαιτέρως αυτές που αφορούν τη γυναίκα ως μούσα αλλά και τα ζευγάρια. Ο Εγγονόπουλος, που ζωγράφιζε μορφές δίχως χαρακτηριστικά προσώπου, τοποθετεί όλη την αφήγηση στην κίνηση και τη στάση των σωμάτων. Ο ερωτισμός, η εγγύτητα, η οικειότητα αποτυπώνονται εκεί. Οι θηλές των θηλυκών σωμάτων έχουν πάντα ένα είδος αυθάδειας, οι πλάτες των ανδρών είναι μεγάλες, οι μέσες τους λυγερές, οι κοιλιές στρογγυλές και οι πατούσες ρωμαλέες. Το σώμα παίζει κεντρικό ρόλο στη ζωγραφική του, είναι όπως οι λέξεις στην ποίησή του. Καθώς οι πρωταγωνιστές του δεν έχουν μάτια, αυτιά, φρύδια και στόματα, ξεχωρίζουν από τα αντικείμενα, τα ρούχα τους, το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται: λάμπες, καπέλα, λουλούδια, επιγραφές, βιβλία. Αν παρατηρήσει προσεκτικά κανείς το δεύτερο πλάνο στα έργα, θα ανακαλύψει σχεδόν πάντα καταπληκτικά σύννεφα (φιγουράρουν και στο εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης), θαλασσινά τοπία, κτίρια, γεφυράκια και ακέραιους αρχαίους ναούς.

Μεγάλο ρόλο στη θεματολογία του έχουν και οι ήρωες. Από τα δεκάδες έργα του, πρόσωπα αναγνωρίσιμα έχουν μονάχα οι άγιοι και κάποιοι ήρωες εναντίον των Τούρκων. Ωραίος ήταν ο τρόπος με τον οποίον ζωγράφιζε τα κτίρια, άλλη μια ξεχωριστή ενότητα με ουσία. Η συνεργασία του με τον Δημήτρη Πικιώνη τον είχε επηρεάσει πολύ στο να μπορεί να κάνει ένα είδος «ψυχογραφίας» στα αρχιτεκτονήματα, έτσι ώστε να αποπνέει το καθένα τη δική του προσωπικότητα. Η έκθεση δίνει χώρο και στη σκηνογραφική του παρουσία. Για πρώτη φορά παρουσιάζονται στην Ανδρο προσχέδια κοστουμιών από τις ιστορικές παραστάσεις «Ιων» και «Προμηθέας Δεσμώτης», που είχε ανεβάσει στο Ηρώδειο ο Λίνος Καρζής το 1959. Οι θεατές θα δουν και δύο κοστούμια από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. «Πιστεύω πως στο θέατρο τα σκηνικά πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα ενός ζωγραφικού συμπληρώματος του έργου», έλεγε συχνά ο Εγγονόπουλος.

Η Μαρία Κουτσομάλλη, που έχει επιμεληθεί το αφιέρωμα, πετυχαίνει να παρουσιάσει στον θεατή ένα συνεκτικό αφήγημα, ενώ το στήσιμο της έκθεσης, καθώς και ο κατάλογος που φρόντισαν ο Ανδρέας Γεωργιάδης και η Βιβή Γερολυμάτου της Μικρής Ανδρου δίνουν υπόσταση σε όλες τις πτυχές του καλλιτέχνη. Σημαντική είναι και η επιστημονική τεκμηρίωση  της ιστορικού τέχνης Κατερίνας Περπινιώτη. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί την 1η Οκτωβρίου.

Μαργαρίτα Πουρνάρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02/07/2017

 

 

 

Ωραίος ως Εγγονόπουλος!

Αφήνεις τα λευκά κυκλαδίτικα σκαλοπάτια και το γαλάζιο του Αιγαίου και βρίσκεσαι στην παραζάλη των χρωμάτων του Νίκου Εγγονόπουλου καθώς μπαίνεις στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ανδρου. Οι φωτεινοί πίνακές του να έρχονται σε αρμονική αντίθεση με το μαύρο φόντο στους τοίχους των αιθουσών, ενώ δίπλα τους γλυπτά σαν βιβλία ανοιγμένα προτείνουν επιλεγμένους στίχους του.

Αυτό είναι το υποβλητικό σκηνικό της έκθεσης «Με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων» που εγκαινιάστηκε το Σάββατο από το Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και αποκαλύπτει μέσα από 110 έργα και επτά ενότητες τον πρωτοποριακό ζωγράφο και ποιητή, που έδωσε νόημα ελληνικό στον σουρεαλισμό.

Τον ερωτικό, πληθωρικό, αινιγματικό, απόκοσμο Εγγονόπουλο. Τον Εγγονόπουλο της μούσας, του μύθου, των συμβόλων, της φαντασίας, του ονείρου, της αλληγορίας. Τον Εγγονόπουλο μιας Ελλάδας που από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο φτάνει ώς τις μέρες μας.

Στεκόμαστε μπροστά στα θαυμάσια έργα του. Η «Μεταθανάτια αυτοπροσωπογραφία» που φιλοτέχνησε μόλις το 1940 -ίδιος με φάντασμα τυλιγμένος σε πέπλο-, ο «Αγιος Χαρίτωνας» με ένα ποτήρι στο μέτωπο, «Ο προπάππους ο Σμιττ» (1966), μέγας γυναικοκατακτητής, «Ενθύμιον κατοχής» (1963) όπου μια κομψή Αθηναία στέκεται μπροστά σε έναν σκελετό με τα σύμβολα των ναζί, ο «Θησεύς» με φουστανέλα να σκοτώνει τον Μινώταυρο (1961), η γυμνόστηθη Πηνελόπη να προσφέρει ελληνικό καφεδάκι στον Οδυσσέα που κρατάει τσιγάρο και μπεγλέρι (1970). Το τελευταίο του έργο, η αισθησιακή «Μεσογειακή μούσα»...

Μια βιτρίνα περιλαμβάνει δακτυλόγραφα από την εμβληματική ποιητική σύνθεση «Μπολιβάρ», ενώ ακούγεται η φωνή του Εγγονόπουλου που απαγγέλλει και σε μια άλλη βρίσκονται μικρά σχέδια κοστουμιών για θεατρικές παραστάσεις - τόσο τελειομανής που έχουν καρφιτσωμένα πάνω τους δείγματα υφασμάτων.

Αναγνωρίσιμοι οι πίνακες του Εγγονόπουλου (1907-1985), όσους όμως κι αν έχεις δει, όσα κι αν έχεις διαβάσει για τη ζωή και το έργο του, η έκθεση και ο περιεκτικός κατάλογος που τη συνοδεύει (εκδ. Μικρή Αρκτος) ξεδιπλώνουν άγνωστες ή λιγότερο γνωστές, πάντα συναρπαστικές πτυχές. […]

Πόση απογοήτευση ένιωσε με τις κριτικές, συγκεχυμένες έως απαξιωτικές, για το πρώτο του ποιητικό έργο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», τα χλευαστικά σχόλια και τις λοιδορίες που δέχτηκε σε ένα κλίμα συντηρητικό -μέχρι κείμενο επιθεώρησης με τίτλο «Δισεγγονόπουλος και Μπιρμπιρίκος» έγινε- αφήνοντάς του βαθύ τραύμα. «Κλείστηκε στον εαυτό του, έγινε μυστικοπαθής, ωστόσο αυτή η αρχική έλλειψη αναγνώρισης δεν τον έκανε να αποκλίνει από την πορεία του», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης, Μαρία Κουτσομάλλη.

«Ταυτόχρονα έχει βαθιά σεμνότητα όποτε πρόκειται να εκθέσει έργα του. Οπως έλεγε: Ο Εγγονόπουλος έλεγε για τον Εμπειρίκο: «Ηταν θαυμάσιος άνθρωπος. Δεν είχε σχέση με τα μικρά της ζωής, δεν ήξερε τις δοσοληψίες τις κακομοίρες», αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Ανδρου, Κυριάκος Κουτσομάλλης, στον κατάλογο της έκθεσης. […]

Παρή Σπίνου, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 27/06/2017

 

 

 

Νίκος Εγγονόπουλος: Μια έκθεση με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις και το πάθος του κορυφαίου δημιουργού

Τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει τον επισκέπτη της φετινής έκθεσης του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Άνδρο, για την έκρηξη του φωτός που αντανακλάται μέσα από τα 100 έργα του κορυφαίου εκπροσώπου της νεοελληνικής τέχνης, Νίκου Εγγονόπουλου.

Το όνομά του και ο τίτλος «Με τα χρώματα του λόγου και το λόγο των χρωμάτων» είναι τα μόνα ασπρόμαυρα που διακοσμούν τους τοίχους στο πρώτο επίπεδο της έκθεσης, μια εισαγωγή στο εντυπωσιακό σε μέγεθος και πρωτοτυπία ζωγραφικό έργο του.

«Οι λέξεις είναι στοιχεία που τα ξομπλιάζω και τα βάζω χρωματιστά το ένα πλάι στο άλλο», έλεγε ο Εγγονόπουλος. Ο λόγος του ποιητή και η πράξη του ζωγράφου αποτελούν μια ενιαία αδιάσπαστη ενότητα και με την οντότητά τους δημιουργούν τον άξονα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Καθώς ο Εγγονόπουλος ήθελε τον εαυτό του καλλιτέχνη της εποχής του, να εκφράζει ελεύθερα και να μεταλλάσσει ιδέες, σκέψεις αισθήσεις και διαισθήσεις σε ποίηση και ζωγραφική, αντιμετώπισε πολλές επιφυλάξεις και δισταγμούς μέχρι να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πρωτοπόρο του ελληνικού υπερρεαλιστικού κινήματος.

Οι ρίζες του Εγγονόπουλου φύονται στην ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, τον οποίο θεωρούσε τον πρώτο υπερρεαλιστή ποιητή. Συνεπαίρεται από τη μεταφυσική περίοδο της ζωγραφικής του Ντε Κίρικο, τον οποίο θεωρούσε από τις μεγαλύτερες μορφές του παγκόσμιου υπερρεαλιστικού κινήματος, ενώ θαυμάζει τους μεγάλους ανανεωτές της τέχνης Μανέ και Σεζάν. Ο δάσκαλός του, Κωνσταντίνος Παρθένης ήταν αυτός που τον μύησε στα διδάγματα και τις αναζητήσεις και των δυο, ενώ επηρεάστηκε από τον Πάουλ Κλέε και τον Δημήτρη Πικιώνη που διεύρυναν το πεδίο της εικαστικής και γενικότερης καλλιέργειάς του.

Ως αυθεντικός και ένθερμος υποστηρικτής των υπερρεαλιστικών αρχών που άρχισαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα δέκα χρόνια από την καταστατική τους δημοσίευση το 1924 από τον Μπρετόν, ο Εγγονόπουλος πρόταξε τον εαυτό του στις επάλξεις του κινήματος, σφυρηλατώντας την καλλιτεχνική του ευαισθησία μες από την απαξίωση και τη χλεύη, κρατώντας πεισματικά μέσα στην πολιτική συνθήκη της δικτατορίας του Μεταξά και αργότερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την πίστη του στην ανανέωση της ελληνικής παράδοσης μέσω του έργου του, με τόλμη, γνώση και θάρρος.

Ο Εγγονόπουλος ήταν ένας «θαυμάσιος άνθρωπος που δεν είχε σχέση με τα μικρά της ζωής, δεν ήξερε τις δοσοληψίες, τις κακομοιριές», έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Διεκδίκησε ακαταπόνητα το δικαίωμα της απόλυτης και χωρίς όρους ελευθερίας στην τέχνη του, μια τέχνη ακόμα και σήμερα πρωτοποριακή και αντισυμβατική.

Ο σπουδαίος αυτός δημιουργός, όπως οι περισσότεροι της γενιάς του ’30, κατόρθωσε να συνδέσει το διεθνιστικό κίνημα του υπερρεαλισμού με την ελληνική πολιτιστική συνέχεια, τρέφοντας απεριόριστο σεβασμό για την ελληνική πνευματική παράδοση.

Ως ζωγράφος, ποιητής και καθηγητής στο Πολυτεχνείο, ο Εγγονόπουλος ακολούθησε ακούραστα επί πενήντα χρόνια μια διαδρομή που περιείχε άρρηκτα συνδεδεμένες τις τρεις δραστηριότητές του, πιστός μέχρι τέλους στο έμβλημά του, το απόφθεγμα του Οράτιου: «Η ζωγραφική και η ποίηση πρέπει να βασίζονται στην ίδια αρχή».

Ο ίδιος με μοναδικό τρόπο εκφράζει τις αγωνίες του δημιουργού: «Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλα, λάδι, νέφτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελάρο του υπάρχει μια βαθειά μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου το τελάρο, και σκύβοντας μες στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακριά, πολύ μακριά, κοντά στο βάθος, κάτι να φωσφορίζει αμυδρά. Στο συναμεταξύ πετούν –αθόρυβα- μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Αναμεσίς σ΄ αυτόν και το τελάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε θα φοβάται».

Αργυρώ Μποζώνη, elculture.gr, 29/06/2017

 

 

 

Τα ποιήματα, τα χρώματα, οι ήρωες του Εγγονόπουλου

Ιδιόρρυθμος, απρόσμενος και ανασφαλής ή επαναστάτης που κάνει τους σημερινούς δήθεν πρωτοπόρους της τέχνης να φαντάζουν τουλάχιστον αστείοι; Μια πάσχουσα προσωπικότητα που αναζήτησε παρηγοριά από τα αδιέξοδα της ζωής στο παράλογο ή ένας άνθρωπος που πίστευε ότι η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος για να γνωρίσουμε κάτι; Ποιος ήταν τελικά ο Νίκος Εγγονόπουλος; Ενας δημιουργός μυστικοπαθής, κλεισμένος στον εαυτό του, απομονωμένος ειδικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του.

Ποιο έργο θα ήταν λοιπόν καταλληλότερο από «Το πνεύμα της μοναξιάς» (1939), φορτωμένο με πολλά από τα σύμβολα που κυριάρχησαν στην εικαστική του γλώσσα όπως η λάμπα, τα σύννεφα, η επιγραφή «ενοικιάζεται», οι μαρμάρινες κεφαλές αγαλμάτων και βεβαίως οι γυμνόστηθες και χωρίς πρόσωπο γυναικείες μορφές, για να αρχίσει να ξετυλίγεται ο μίτος που θα οδηγήσει στην απάντηση του αινίγματος γύρω από την προσωπικότητα και το έργο του Νίκου Εγγονόπουλου; Αυτό επέλεξε και η Μαρία Κουτσομάλλη - Μορό, επιμελήτρια της φετινής έκθεσης, αφιέρωμα στον σπουδαίο, αναγνωρίσιμο αλλά και ουσιαστικά άγνωστο εικαστικό και ποιητή, η οποία πραγματοποιείται στο Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και υποδέχεται τους επισκέπτες, που θα έχουν την ευκαιρία φέτος το καλοκαίρι στην Ανδρο να απολαύσουν 110 έργα, δηλαδή το 10% του συνολικού έργου του Εγγονόπουλου.

Σε φόντο μαύρο και σε πλήρη αντίθεση με τον υπότιτλο της έκθεσης «Με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων», η μύηση στον κόσμο του Εγγονόπουλου αρχίζει με κλεφτές ματιές σε στιγμιότυπα της ζωής του: φωτογραφίες από το ατελιέ του (στην αίθουσα υποδοχής τα έργα που απεικονίζονται στο ασπρόμαυρο καρέ από το εργαστήρι του, εκτίθενται στον χώρο), ο ίδιος με καλημαύχι πλάι στον δάσκαλό του Φώτη Κόντογλου, υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία ή πλάι στους Οδυσσέα Ελύτη και Ανδρέα Εμπειρίκο. Η αναφορά στην «Αληπασιάδα» του Χατζή Σεχρέτ που ανακάλυψε τυχαία στη βιβλιοθήκη του θείου του στο Παρίσι, έργο που τον άφησε εμβρόντητο - όπως ο ίδιος παραδέχεται - και απομάκρυνε τον τρόπο σκέψης του από τον ορθολογισμό των Γάλλων. Και πλάι τους σε ανοιγμένα στον τοίχο επίσης μαύρα βιβλία με ποιήματά του, τα οποία ακολουθούν τη ζωγραφική διαδρομή του Εγγονόπουλου, παρόντα αλλά διακριτικά (χάρη στον σχεδιασμό της έκθεσης που υπογράφει ο εικαστικός Ανδρέας Γεωργιάδης) ακριβώς όπως και η παρουσία τους στη ζωή του δημιουργού τους. Δεν είναι τυχαίο ότι κι ο ίδιος έλεγε: «Οταν η δουλειά μου πάνω σε κάποιον πίνακα δεν με απορροφά πλήρως, συλλογιέμαι την ποίηση. Μερικές φορές, μόλις τελειώσω τη δουλειά μου, γράφω τα ποιήματά μου στο χαρτί. Μερικές φορές, πάλι, όχι. Ετσι πολλά ποιήματά μου δεν δουλεύτηκαν ποτέ οριστικά, με αποτέλεσμα να τα έχω ξεχάσει». […]

Την έκθεση συνοδεύει δίγλωσσος κατάλογος με κείμενα του διευθυντή του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κυριάκου Κουτσομάλλη, της επιμελήτριας Μαρίας Κουτσομάλλη, του ομότιμου καθηγητή στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Σωτήρη Σόρογκα, του ποιητή Θανάση Χατζόπουλου και της ιστορικού τέχνης Κατερίνας Περπινιώτη-Αγκαζίρ. Του χρόνου το μουσείο σχεδιάζει διπλή έκθεση με έργα του Δημήτρη Μυταρά και της Αλεξάνδρας Αθανασιάδου στον χώρο της γλυπτοθήκης, που θα αναμορφωθεί ενόψει των εγκαινίων του ιδρύματος στην Αθήνα.

Μαίρη Αδαμοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ, 27/06/2017

 

 

 

SHARE